Ημερομηνία30-10-2009
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΣ

              ΑΝΟΙΚΤΗ  ΕΠΙΣΤΟΛΗ              
                                                                                   Σεπτέμβριος 2009
.
 Του Αντιπύραρχου Ιωάννη Θ. Ζάχου
                                                                                     
 
     Είναι επιτακτική η αίσθηση ανάγκης έκφρασης της προσωπικής μου πικρίας, απογοήτευσης, αγωνίας κι εν πολλοίς αγανάκτησης, για την μεθοδευμένη απαξίωση και κατάντια γενικά του συνδικαλιστικού κινήματος στον τόπο μας και γενικότερα της πλήρους απαξίωσης και του εκφυλισμού λειτουργίας κι εφαρμογής των θεσμών, που έχουν οδηγήσει κατά γενική ομολογία στο τέλμα και την παρακμή της ελληνικής κοινωνίας. Δυστυχώς της πανθομολογούμενης αυτής διαπίστωσης, δεν θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξαίρεση ο εφαρμοσμένος συνδικαλισμός στο Πυροσβεστικό Σώμα.   
     Αφορμή επίσπευσης των παρακάτω επισημάνσεων και έκθεσης των προσωπικών μου απόψεων και διαπιστώσεων, αποτέλεσε η εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ την 07-09-2009, με θέμα τις Μεγάλες Πυρκαγιές. 
    Πέραν των όσων σημαντικών ή ασήμαντων ειπώθηκαν από παριστάμενους ειδικούς και μη προσκεκλημένους, αλγεινή εντύπωση προκαλεί η περίεργη άποψη του συντονιστή της εκπομπής, ότι του είναι αδιανόητο στελέχη του Πυροσβεστικού Σώματος, να λαμβάνουν άδεια κατά τη θερινή περίοδο αλλά και εύλογη απορία και θλίψη ταυτόχρονα, δημιουργεί η περίεργη σιωπή των ταγών της προάσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων.
     Δυστυχώς επ’ αυτών των θέσεων, ούτε ο παριστάμενος εκπρόσωπος του συνδικαλιστικού φορέα των Αξιωματικών του Π.Σ., τόλμησε ν’ αρθρώσει πειστικό λόγο, ιστάμενος στο ύψος των περιστάσεων που επιβάλει ο θεσμικός του ρόλος, ούτε και ο εκπρόσωπος τύπου του Π.Σ. ο οποίος βεβαίως ως ένα βαθμό εκ της θέσεώς του δικαιολογείται, γιατί δυστυχώς κι όχι μόνο στον οικείο χώρο, οι εκπρόσωποι τύπου διαδραματίζουν τον άχαρο ρόλο, να εκφράζουν την επιθυμία και τις κατευθύνσεις της φυσικής και μέσω αυτής πολιτικής ηγεσίας, στα πλαίσια της επικοινωνιακής διαχείρισης των καταστάσεων κι ενίοτε διαστρέβλωσης, όπου επικοινωνιακά εξυπηρετεί, των πραγματικών γεγονότων κατά πως η τηλεοπτική δημοκρατία επιβάλλει, με διαρκές θύμα την αλήθεια και την ειλικρινή ενημέρωση.
    Εύκολος ο αντίλογος που δεν αποτολμήθηκε, αναδεικνύοντας την αληθινή διάσταση των πραγμάτων και διασκεδάζοντας τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν στους παρευρισκόμενους και κυρίως στο αδαές τηλεοπτικό κοινό. Επί των αιτιάσεων αυτών, αυτονόητες είναι οι προσήκουσες απαντήσεις.
      Η λήψη των αδειών των υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος και κατά τη θερινή περίοδο, αποτελεί θεσμοθετημένο και αναφαίρετο εργασιακό δικαίωμα που δεν τίθεται σε καμία διαπραγμάτευση. Οι πυροσβέστες είναι εργαζόμενοι με ατομικές, οικογενειακές, κοινωνικές υποχρεώσεις και ανάγκες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Άλλωστε μια δασική πυρκαγιά εφόσον έχει τις προϋποθέσεις εξέλιξής   της σε μεγαπυρκαγιά, κανένας δασοπυροσβεστικός μηχανισμός εναέριων και επίγειων δυνάμεων είναι ικανός να την αντιμετωπίσει κατά την άποψη ειδικών πυρκαγιολόγων. Τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτοί που θα έπρεπε να βρίσκονται σε άδεια και, λόγω αναστολής, δεν τους είχε δοθεί; Μήπως θα έπρεπε να προτάξουν τα στήθη τους, στην προσπάθεια ανάσχεσης των πύρινων μετώπων, για να δίνεται σε κάποιους η ευκαιρία να διοργανώνουν φιέστες απότισης φόρου τιμής, στα διάσπαρτα μνημεία πεσόντων κατά την εκτέλεση του καθήκοντος πυροσβεστών; Στους οποίους, βέβαια, αν είχε παρασχεθεί η κατάλληλη εκπαίδευση, το πιο πιθανό να βρίσκονταν ανάμεσά μας. Ή θα τους «άδειαζαν» σε καμία βουνοπλαγιά χωρίς κανένα εξοπλισμό, γιατί και αυτό το έχουμε δει, στα πλαίσια μιας επικοινωνιακής λογικής, που επιβάλει μόνο και μόνο η παρουσία της τηλεοπτικής κάμερας για τις ανάγκες της τηλεθέασης και της ψευδεπίγραφης παρουσίας του κρατικού μηχανισμού;
      Ο εκσυγχρονισμός, αναδιοργάνωση και εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης, που όλοι λεκτικά κόπτονται, δεν μπορεί να παραβλέπει το ρόλο που καλείται να διαδραματίσει ο συνδικαλισμός όχι μόνο ως φορέας διεκδικήσεων αλλά ως φορέας βελτίωσης των εργασιακών σχέσεων, της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, της αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας και επικράτησης της αξιοκρατίας, που πρέπει να κατέχει την πρώτη θέση στην ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών μιας ευνομούμενης πολιτείας.
      Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια στείρα υποτονική συνδικαλιστική δράση, που ειδικά στον χώρο μας, περιορίζεται και εξαντλείται στην δημοσίευση χλιαρών-ανώδυνων δελτίων τύπου, σκιαγραφώντας τις δήθεν επιτηδευμένες παρεμβάσεις, χωρίς να τίθεται ουσιαστικά το πλαίσιο δράσης, η χάραξη στρατηγικής και εφαρμογή τακτικής επίτευξης των στόχων, έχοντας αποδεχτεί τον κατακερματισμό και διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος στα πλαίσια υπηρέτησης των συμφερόντων, που διαχρονικά η αρχή του «διαίρει και βασίλευε» διασφαλίζει.
      Σε κάθε αντιπυρική περίοδο, επαίρονται για τις καίριες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις της Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος (EΑΠΣ) για την καταβολή δασικού επιδόματος, ενώ για την κατάφωρη και συστηματική παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων χάριν της , είτε επικρατεί σιγή ιχθύος είτε περιορίζονται σε κοινότυπες έγγραφες διαπιστώσεις άνευ συνδικαλιστικού αντικρίσματος και πίεσης στην κατεύθυνση τήρησης και εφαρμογής των θεσμικά κατοχυρωμένα αυτονόητων. Πότε η ΕΑΠΣ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, εγκάλεσε ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών τους υπαίτιους καταστρατήγησης της κείμενης νομοθεσίας που άπτεται των εργασιακών δικαιωμάτων, της επιλεκτικής εφαρμογής του Κανονισμού Μεταθέσεων και αποσπάσεων (πεδίο λαμπρό ρουσφετολογικής και όχι μόνο εκμετάλλευσης) και κυρίως, πότε πειστικά και ειλικρινά κατήγγειλε, την παντελή έλλειψη αξιοκρατικού θεσμικού πλαισίου, στην πρόσληψη προσωπικού της αντικειμενικής αξιολόγησης με κατάργηση του υπάρχοντος υποκειμενικού-αναχρονιστικού, στις κρίσεις και προαγωγές των αξιωματικών του Σώματος, που επιτρέπει σε κάποιους γιαλαντζί συνδικαλιστές, να εμφανίζονται μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά, στα διάφορα τηλεοπτικά κυρίως ΜΜΕ και με περισσή αλαζονεία και αυθάδεια, δημοσίως να εκφράζονται απαξιωτικά για τον Αρχηγό του Σώματος με εκφράσεις του τύπου, «έγινε με έναν τενεκέ τυρί», οι οποίες συνιστούν ευθεία προσβολή και χλευασμό στο πρόσωπο, ένδειξη περιφρόνησης κι ανευλάβειας, καταρρακώνοντας κι ευτελίζοντας τον θεσμό, με ενέργειες που άμεσα παραπέμπουν στο αναξιοκρατικό σύστημα αξιολόγησης κι επιλογής εν γένει των αξιωματικών, θεωρώντας προφανώς εαυτούς υπεράνω θεσμών, αφού σε καμία λογοδοσία κι έλεγχο υπόκεινται.
      Το περιβόητο και μη θεσμοθετημένο «δασικό επίδομα» και το «εκλογικό», όποτε προκηρύσσονται εκλογές, αποτελεί το πεδίο διεκδίκησης όπου η συνδικαλιστική δράση εξαντλείται. Η δε καταβολή του πρώτου, αποτελεί και διασπάθιση δημοσίου χρήματος, σε μια περίοδο μάλιστα που ένεκα δημοσιονομικής δυσχέρειας όλοι μιλάνε για το νοικοκύρεμα των δημοσίων δαπανών, δικαιολογώντας το με δήθεν εικονικές μετακινήσεις εκτός έδρας σε δασικές περιοχές.
      Επαφίεται βέβαια κάθε φορά στην καλή θέληση των εκάστοτε κυβερνώντων ώστε να εμφανίζεται, τουλάχιστον η καταβολή του πρώτου, ως αποτέλεσμα δήθεν συντονισμένων ενεργειών των συνδικαλιστών, οι οποίοι για λόγους που εξυπηρετούν το διαπλεκόμενο σύστημα εργοδοσίας-συνδικαλιστών, έχουν φροντίσει να καταβάλλεται συλλογικά σε όλους τους πυροσβεστικούς υπαλλήλους, είτε εμπλέκονται είτε όχι στη δασοπροστασία, για ευνόητους λόγους. Δηλαδή ποια είναι η ενεργός συμμετοχή του ευρισκόμενου σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου υπαλλήλου, που τον καθιστά δικαιούχο του εν λόγω επιδόματος; Αν αυτό δεν αποτελεί, παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία εκφράζει το περί δικαίου αίσθημα, ανάλογα με τη συμμετοχή και προσφορά καθενός, τότε πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί;
     Ούτε βέβαια η αποζημίωση έκτακτης παροχής των 2500 ευρώ, για την υπερεργασία των συναδέλφων ύστερα από τις καταστροφικές πυρκαγιές το Σεπτέμβριο του 2007, όσο κι αν καλόπιστα προσπαθήσει κανείς να το δει, δύναται να θεωρηθεί ότι έγινε ύστερα από παρέμβαση της ΕΑΠΣ όπως διατυμπανίστηκε. Είναι προφανές ότι έγινε προς άγραν ψηφοθηρίας λόγω των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, αλλά και προς επίρρωση της αποτελεσματικότητας, του κυβερνητικού συνδικαλισμού, που έχει μετεξελιχθεί στον ισχυρό βραχίονα της εργοδοσίας που επιβάλλει η ένταση της ασύδοτης κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης στη νέα οικονομική τάξη πραγμάτων, με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη σύγχρονη μορφή δουλεμπορίου ενοικίασης εργαζομένων, οδηγία Μπολκενστάιν, stage κλπ.
      Παραμένει επίκαιρη μετά από τριανταπέντε (35) και πλέον χρόνια, η περιγραφή της κατάστασης στον συνδικαλιστικό χώρο από τον Γιάννη Κορδάτο, στον προλογισμό του βιβλίου ‘’Ιστορία του Παγκόσμιου Συνδικαλιστικού Κινήματος’’ του αμερικανού Ουίλλιαμ Φόστερ, άποψη, την οποία προσυπογράφοντας παραθέτω:«Το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας από χρόνια έχει παραστρατήσει, ο ελληνικός συνδικαλισμός στην επίσημη εμφάνιση κι εκπροσώπησή του δεν εκτελεί τον ιστορικό του ρόλο και προορισμό, για πολύ γνωστούς λόγους αναπτύχθηκε και επιβλήθηκε ο εργατοπατερισμός. Γι’ αυτό τα πιο πολλά σωματεία έχουν γίνει υποχείρια των καπιταλιστών. Η εργατική αριστοκρατία και γραφειοκρατία όπως και αλλού έτσι και σε εμάς κυβερνούν τα συνδικάτα σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, βάζοντας φρένο στις ταξικές αντιθέσεις. 
    Η εργατική αριστοκρατία και γραφειοκρατία παίζει το ρόλο του ουραγού της κεφαλαιοκρατίας και γι’ αυτό όχι μόνο λυμαίνεται το εργατικό κίνημα αλλά και γίνεται τροχοπέδη στις κρίσιμες στιγμές του αγώνα, όταν δηλαδή οι μάζες αγωνίζονται από τη μία μεριά να κρατήσουν τα αποκτημένα δικαιώματα τους και από την άλλη να πραγματοποιήσουν νέες κατακτήσεις.
    Η εργατική αριστοκρατία και γραφειοκρατία από την κοινωνική της θέση, έχει εγκαταλείψει τους αγώνες του πεζοδρομίου και μάχεται μόνο για να πάρουν οι εργάτες μερικά ψίχουλα από το πλούσιο τραπέζι του καπιταλισμού.
     Συνέπεια της γραφειοκρατικοποίησης του Συνδικαλισμού, είναι η έλλειψη δημοκρατίας στα συνδικάτα και η συνεργασία της γραφειοκρατίας με το Κράτος. Τα αποτελέσματα του εργατοπατερισμού έφεραν το συνδικαλισμό στο σημερινό κατάντημα. Θα χρειαστούν αγώνες για να αποχτήσουν τα εργατικά Σωματεία την ανεξαρτησία τους για να αποτινάξουν από πάνω τους την κηδεμονία και προστασία των κάθε λογής εργατοπατέρων».
     Δεν χρειάζεται μεγάλη σκέψη για να καταστεί διακριτή η αλήθεια των επισημάνσεων αυτών.Για πολλούς, ο συνδικαλιστικός χώρος αποτέλεσε και αποτελεί το εφαλτήριο για την επίτευξη ματαιόδοξων πολιτικών επιδιώξεων και ικανοποίηση φιλοδοξιών, αποσκοπώντας στην κατάληψη κυβερνητικών θώκων, την αξιοποίησή τους στη στελέχωση θέσεων της δημόσιας διοίκησης, οργανισμών κλπ, ως επιβράβευση των προσφερομένων «υπηρεσιών» τους. Έχουμε δει τον εκπρόσωπο τύπου δημόσιας υπηρεσίας, ταυτόχρονα να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους στον συνδικαλιστικό τους φορέα. Δύο θέσεις, που εξ’ ορισμού αποτελούν ταξικό δίπολο κι αν μη τι άλλο εδώ δεν ισχύει η ρήση, φοροδιαφεύγοντα μέσω off shore εταιρειών υπουργού της πάλαι ποτέ νέας διακυβέρνησης, «ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό». Ομοίως το οξύμωρο και τραγελαφικό, συνδικαλιστές να εμφανίζονται, ακόμα κι εντός του βουλευτηρίου, ως άτυποι σύμβουλοι καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργών κι άλλοι με κομπασμό να θεωρούν σαν σπίτι τους τα γραφεία πολιτικών κομμάτων εξουσίας.
     Βέβαια η διπλοθεσία αυτή δεν εκπλήσσει. Η ηθική κατάπτωση κι απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος στον χώρο μας, έχει διαπεράσει και τον πάτο του βαρελιού και προσωπικά δεν αναμένω κανένας ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες και προσδοκίες των εργαζομένων, αφού όλες οι ιδιοτελείς σκέψεις και πιο σεμνές επιδιώξεις των ενασχολούμενων, αποσκοπούν αποκλειστικά και μόνο στις θέσεις, στις τιμές, και στα χαρτοφυλάκια, που επιτρέπουν και δίνουν στα πλαίσια της διαπλοκής με την πολιτική και δη κυβερνητική εξουσία, τη δυνατότητα βολέματος πάσης φύσης ημετέρων.
    Τον τρόπο που οι καριερίστες, θεσιθήρες κυβερνητικοί συνδικαλιστές, αντιλαμβάνονται την άσκηση των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους έναντι των εργαζομένων, καταδεικνύει η ανύπαρκτη αγωνιστική τους δράση, αυτοπεριορισμένη σε ανούσιες διαπιστώσεις, επιλεκτικές καταγραφές προβλημάτων κι εξαντλούμενη στις δημοσιοσχετίστικες παραστάσεις τους ενώπιον της φυσικής και κυρίως πολιτικής ηγεσίας, άνευ προβολής σθεναρού και διεκδικητικού συνδικαλιστικού λόγου και δράσης. Οι κυβερνητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες, έχουν ταυτίσει την αποστολή τους με την αποστολή των πολιτικών κομμάτων και όχι απλώς πρόσκεινται στο κόμμα που ασκεί την εξουσία, αλλά ενεργούν και δρουν κάθε στιγμή ως πειθήνια όργανα, με γνώμονα τις κομματικές επιθυμίες, εντολές και κατευθύνσεις, ενίοτε εκβιάζοντας, απειλώντας και τρομοκρατώντας, όπως αντιλαμβάνεται κανένας από το δέος που κάποιοι τους αντιμετωπίζουν.
      Είναι δυσδιάκριτα και μη αναγνωρίσιμα τα χαρακτηριστικά ανιδιοτελών και ικανών να ηγηθούν γενικά των συνδικαλιστικών οργανώσεων προσώπων, όσο ο συνδικαλισμός, χωρίς σαφή ιδεολογική τοποθέτηση, υποτασσόμενος σε πολιτικά κόμματα, θα χρησιμοποιείται από επιτήδειους που η κάθε είδους εργοδοσία προκρίνει, έτοιμους να ξεπουλήσουν στο όνομα της προσωπικής τους ανέλιξης και προβολής, αξίες, ιδανικά και δικαιώματα, για την κατάχτηση των οποίων ο κόσμος των εργαζομένων έχει ξοφλήσει με το ίδιο του το αίμα.
      Καμία προσδοκία ανάληψης σοβαρών διεκδικητικών αγώνων, για την ικανοποίηση δίκαιων και πραγματικών αιτημάτων των εργαζομένων, δεν δημιουργεί η κατάσταση αδράνειας που έχει περιέλθει ο συνδικαλισμός, συμβιβασμένος, χειραγωγούμενος κι αποστειρωμένος από τα χαρακτηριστικά του ακηδεμόνευτου, αδέσμευτου κι ελεύθερου από οιοσδήποτε πολιτικές και κομματικές επιρροές.     
            Οι πολιτικές της εκσυγχρονιστικής και νεοφιλελεύθερης αντίληψης και πρακτικής, που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, είναι η κύρια αιτία της προκληθείσας κοινωνικής παρακμής και των αδικιών, στις οποίες οδήγησε η επιλεκτική υπολειτουργία των θεσμών και η συντεχνιακή, ρουσφετολογική και ιδιοτελής εκμετάλλευση των κρατικών δομών. Είναι οι ίδιες πολιτικές που αντί να υπηρετούν την αξία άνθρωπος, τέθηκαν στην υπηρεσία των οικονομικών συμφερόντων, αναγάγοντας ως υπέρτατη αξία το κέρδος και την ελεύθερη αγορά, με τα γνωστά αποτελέσματα εις βάρος ανθρώπων και περιβάλλοντος και οι οποίες ευτυχώς για τα ελληνικά δεδομένα, έχουν αποδοκιμαστεί στη συνείδηση των ενεργών, ευαισθητοποιημένων πολιτών κι όχι βέβαια των εκάστοτε κυβερνητικών κομματικών στρατών που αντιλαμβάνονται το κράτος ως λάφυρο.
     Είναι αυτές οι πολιτικές, που ανήγαγαν την επικοινωνιακή τακτική και διαχείριση των πραγμάτων, ως μόνο τρόπο παραγωγής και άσκησης πολιτικής, υπαίτιες για τη δημιουργία της πυροσβεστικής, αντίστοιχη της χρηματιστηριακής «φούσκας», θέτοντας τις βάσεις για την γενική απαξίωση του Πυροσβεστικού Σώματος, τον εκφυλισμό των θεσμών λειτουργίας του και οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια στη γενική παραδοχή του σκεπτόμενου κόσμου του, κι ευτυχώς είναι αρκετοί, ότι τίποτα δεν λειτουργεί. Κι ας μην αντιτείνει κάποιος την επίπλαστη επικοινωνιακή αποδοχή στην κοινωνία, γιατί μπορεί ο πήχυς των προσδοκιών που τεχνηέντως δημιουργήθηκαν, για εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών κάποιων να έχει τεθεί ψηλά, βρίσκεται όμως έωλος χωρίς ερείσματα.
    Επί των προαναφερομένων, με ικανοποίηση διαπίστωσα την ταύτιση απόψεων ορισμένων σκεπτόμενων και αξιόλογων κατά την άποψή μου, προβληματισμένων συναδέλφων, όλων των αποχρώσεων και άλλων εκτός του υπηρεσιακού χώρου, που έλαβαν γνώση της παρούσας πριν την δημοσιοποίησή της. Όλοι συμφώνησαν στην ακρίβεια και αλήθεια των αναγραφομένων, πλην όμως κάποιοι δεν ήταν σύμφωνοι με τη δημοσίευση, γιατί λέει «θ’ αποβεί σε βάρος σου, θα σε βάλουν στο μάτι, τελείς υπό μετάθεση (και δεν θα τελούσα αδίκως αν λειτουργούσαν οι θεσμοί, και η διοίκηση διέπονταν από τις βασικές διοικητικές αρχές, της χρηστής διοίκησης και ίσης μεταχείρισης)» κλπ, γεγονός που ενισχύει την επιχειρηματολογία μου για τον τρόπο λειτουργίας του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
      Άλλοι διαφώνησαν με το λεκτικό ύφος κάποιων σημείων κι ότι θα ήταν καλύτερα να τα στρογγυλέψω κάπως και άλλοι «ότι έχεις δίκιο, αλλά ότι και να τα πεις δεν πρόκειται να βγει τίποτα, κανενός το αυτί δεν ιδρώνει». Λαμβάνοντας υπόψη λοιπόν όλα αυτά , στην περίπτωση που αποφάσιζα τη μη δημοσίευση της επιστολής μου αυτής, θα ήμουν ανακόλουθος με τις προσωπικές μου αρχές, τη στάση ζωής κι ασυνεπής ως προς τις πεποιθήσεις και απόψεις μου. Το δε στρογγύλεμα, ένα είδος λογοκρισίας της έκφρασης και περιορισμού της ελευθερίας της σκέψης και συλλογισμού, θα σηματοδοτούσε τον αφ’ εαυτού ευνουχισμό τους. Βεβαίως και για το λόγο ότι, η αλήθεια δεν πρέπει μόνο να λέγεται αλλά και να κραυγάζεται.
      Άλλωστε, πρόθεσή μου είναι η ανάδειξη και στηλίτευση, κατά γενική παραδοχή γνωστών συμπεριφορών και νοοτροπιών, υπεύθυνων για την κρίση θεσμών και αξιών, που διαχρονικά καλλιεργούνται και των οποίων φορείς είναι πρόσωπα, που αναπόφευκτα «φωτογραφίζονται», αφού είτε η θετική, είτε η αρνητική πλευρά της ιστορίας γράφεται από ανθρώπους
 
    Η παρούσα, επέχει θέση αίτησης διαγραφής μου από την Ένωση, σύμφωνα με το αρθ. 4 του καταστατικού, στην οποία από ιδρύσεως είμαι μέλος και παρακαλώ για τη δημοσίευσή της στο επίσημο έντυπο της ΕΑΠΣ και ανάρτηση στην ιστοσελίδα της.
 
.Κατεβάστε εδώ την ανοιχτή επιστολή στην κανονική της μορφή : www.old.eakp.gr/pdf/anihtiepistoli.doc


Δείτε όλες τις Ανακοινώσεις Αλλων Συνδικαλιστικών Φορέων